Εκτύπωση

 

Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον των ιδιωτικών σχολείων σημειώνοντας ότι «οφείλουν να επενδύσουν στο ανθρώπινο δυναμικό για να μην μείνουν πίσω στον εκπαιδευτικό ανταγωνισμό»

Η πρώτη αποτίμηση των αποτελεσμάτων του PISA, πέρα από τη γενική εικόνα των χαμηλών αποτελεσμάτων, επεφύλασσε μια δυσάρεστη έκπληξη για εμάς, τους ανθρώπους του χώρου της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Την πτώση των επιδόσεων των μαθητών στα ιδιωτικά σχολεία σε τέτοιο βαθμό που πλέον (αν αφαιρεθεί ο κρίσιμος παράγοντας της κοινωνικοοικονομικής προέλευσης) συγκλίνουν με τις μέσες επιδόσεις των μαθητών των δημόσιων σχολείων.

Σίγουρα αυτό μας προβληματίζει. Εμάς, τουλάχιστον, τους εκπαιδευτικούς πάρα πολύ. Γιατί θέλουμε τα σχολεία μας να είναι εξαιρετικής ποιότητας, θέλουμε να βρίσκονται στην πρωτοπορία του χώρου της Παιδείας, θέλουμε να είναι γεμάτα με μαθητές. Όμως, δυστυχώς, υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν είναι ευχάριστη. Το ιδιωτικό σχολείο κινδυνεύει να χάσει το «τρένο» των ραγδαίων εξελίξεων στο χώρο της εκπαίδευσης, κυρίως διότι ένα τμήμα των επιχειρηματιών του χώρου επέλεξαν να εστιάσουν (και μάλιστα την περίοδο των «παχιών αγελάδων») σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση του εργασιακού κόστους (μέσω απολύσεων των παλαιότερων εκπαιδευτικών) και στις κτηριακές υποδομές με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση της ποιότητας.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια, τα ιδιωτικά σχολεία έπαιζαν μόνα τους ως η ποιοτική εναλλακτική λύση στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Ενώ κάποτε το ιδιωτικό σχολείο (με την εξαίρεση ελάχιστων σχολείων της «καλής κοινωνίας») ήταν απαξιωμένο ως ο φτωχός συγγενής του χώρου της Παιδείας, τις τελευταίες δεκαετίες, με το σκληρό μόχθο των εκπαιδευτικών του, κατέστη κορυφαίο σε ποιότητα, στις νέες εκπαιδευτικές στρατηγικές, στην παιδαγωγική καινοτομία. Σήμερα, τόσο στο PISA (όπως προαναφέρθηκε) όσο και σε επίπεδο Πανελληνίων βλέπουμε μια αντιστροφή της πορείας αυτής. Πλέον, τα ποσοστά εισαγωγής στις Πανελλήνιες είναι στο 81% για τα Πρότυπα, στο 72% για τα ιδιωτικά, στο 66% για τα Πειραματικά (όπου η εισαγωγή είναι με κλήρωση) και στο 58% στα υπόλοιπα Γενικά Λύκεια. Ταυτόχρονα, παρατηρούμε κι ένα ανησυχητικό φρενάρισμα εγγραφών που δεν οφείλεται μόνο στο δημογραφικό πρόβλημα και στην ακρίβεια που τσακίζει ακόμη και τα μεσαία εισοδήματα…

Από τη μια τα Πρότυπα, τα Πειραματικά, τα Μουσικά και τα Καλλιτεχνικά σχολεία δίνουν μια πολύ καλή – και δωρεάν – εναλλακτική λύση στο δημόσιο σχολείο. Από την άλλη η προοπτική του «σίγουρου» πτυχίου στα ιδιωτικά πανεπιστήμια ωθεί πολλούς γονείς που κάποτε επένδυαν στο ιδιωτικό σχολείο, να αποθηκεύσουν χρήματα για το μέλλον.

Γιατί, άραγε, «οπισθοχωρεί» το ιδιωτικό σχολείο;

Σαφώς, τα Πρότυπα (θεσμός με τον οποίο η ΟΙΕΛΕ διαφωνεί, σε αντίθεση με τον θεσμό των Πειραματικών για λόγους που έχουν αναλυθεί) έχουν ένα προβάδισμα, λόγω των handpicked μαθητών μέσω απαιτητικών εξετάσεων. Όμως η ψαλίδα κλείνει πλέον με τους άλλους τύπους δημόσιων σχολείων. Κατά την άποψή μου, οι βασικοί λόγοι είναι η δραματική επιδείνωση αμοιβών και εργασιακών σχέσεων που έχουν εξαντλήσει οικονομικά και ηθικά τους εκπαιδευτικούς, οι μαζικές απολύσεις, οι διαρκείς αλλαγές στο εκπαιδευτικό προσωπικό, η έλλειψη επαγγελματικών κινήτρων.

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ 2'

Όσα πρέπει να ξέρετε
για να ξεκινήσετε τη μέρα σας.

Χωρίς καλό εκπαιδευτικό προσωπικό (όπως λέει και ο ΟΟΣΑ) δεν μπορεί να έχεις καλό σχολείο

Η ΟΙΕΛΕ έγκαιρα, από το 2022, είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου με την μεγάλη έρευνα για το φαινόμενο του Big Quit στην ιδιωτική εκπαίδευση. Το κύριο συμπέρασμα της έρευνας ήταν πως το ιδιωτικό σχολείο δεν είναι πια ελκυστικός τόπος εργασίας. Ας δούμε γιατί:

Τι έφεραν όλα αυτά;

Τη μαζικότερη φυγή εργαζόμενων από κλάδο της ιδιωτικής οικονομίας στην ιστορία. Μέσα σε 6 χρόνια, σχεδόν οι μισοί ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί (!!) είτε απολύθηκαν (κυρίως επειδή ήταν παλιοί και άρα «ακριβοί») είτε υποχρεώθηκαν σε παραίτηση. Ας είμαστε ρεαλιστές. Σε ένα επάγγελμα σύνθετο που απαιτεί υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα και δεξιότητες και μάλιστα σε εποχές δύσκολες, δύσκολα πλέον κάποιος θα πάει να εργαστεί σε ένα ιδιωτικό σχολείο με 900 ευρώ το μήνα για εργασία που υπερβαίνει τις 10 ώρες καθημερινά (στο σχολείο και στο σπίτι) και συχνά φθάνει και τις 7 ημέρες την εβδομάδα με άφθονο bullying.

Πολλοί από τους περίπου 5000 εκπαιδευτικούς – σε σύνολο 11.000 – που έφυγαν από την ιδιωτική εκπαίδευση, προτίμησαν την γεωγραφική αβεβαιότητα του αναπληρωτή για τουλάχιστον 3 χρόνια από την αβίωτη πλέον κατάσταση σε πολλά ιδιωτικά σχολεία. Με μια σύντομη ματιά, οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων εκμεταλλεύτηκαν στο μέγιστο βαθμό την ευνοϊκή υπέρ τους νομοθεσία και την αύξηση ενδιαφέροντος των πολιτών για τα δημόσια σχολεία (κυρίως μετά την πανδημία) για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Και πού είναι το κακό, σας ακούω να ρωτάτε. Πουθενά, αρκεί να είχαν την πρόνοια να μοιραστούν ένα μικρό τμήμα των κερδών με αυτούς που μοχθούν για να τους φέρουν τα μέγιστα αποτελέσματα. Δεν το έπραξαν, προτιμώντας το βραχυπρόθεσμο κέρδος από την ουσιαστική επένδυση. Όμως η υπερβολική απληστία τελικά πληρώνεται.

Η νομοθετική απορρύθμιση της τελευταίας εξαετίας, οι χαμηλότατες αμοιβές και οι κάκιστες εργασιακές σχέσεις έχουν διώξει πολύτιμο εκπαιδευτικό προσωπικό από τα ιδιωτικά σχολεία με αποτέλεσμα την σταδιακή πτώση της ποιότητάς τους. Πλέον, με τον ανταγωνισμό να εντείνεται, τα ιδιωτικά σχολεία πρέπει να αλλάξουν ρότα και να επενδύσουν στον εκπαιδευτικό, αν θέλουν να επιβιώσουν.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να λάβει γενναίες αποφάσεις εξορθολογισμού του νομοθετικού πλαισίου για την ιδιωτική εκπαίδευση. Καλύτερες αμοιβές, καλύτερες συνθήκες εργασίας, καλύτερη επαγγελματική προοπτική είναι ο μόνος δρόμος για να μπορέσουν τα ιδιωτικά σχολεία να γίνουν και πάλι ελκυστικά για τους καλούς εκπαιδευτικούς, για να αυξήσουν την ποιότητά τους, για να επιστρέψουν στο δρόμο της παιδαγωγικής πρωτοπορίας. Εμείς, πάντως, είμαστε εδώ, ανοιχτοί σε διάλογο για το καλό ιδιωτικό σχολείο του αύριο.