Ερευνα του ΚΕΠΥ αποδεικνύει ότι τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ είναι μακράν τα πιο υποχρηματοδοτημένα στην Ευρώπη, με τη χώρα μας να δαπανά μόλις 2.360 ευρώ ανά φοιτητή, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 11.700. ● Το 2020 η αναλογία προπτυχιακών φοιτητών ανά μέλος ΔΕΠ στα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια ήταν 47 προς 1, τρεισήμισι φορές υψηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (13 φοιτητές ανά μέλος ΔΕΠ).

Ηεπιχειρούμενη ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μέσω της παράκαμψης του άρθρου 16 του Συντάγματος προωθείται από την κυβέρνηση ως ένα μέτρο που υποτίθεται ότι θα ενισχύσει τα δημόσια Πανεπιστήμια της Ελλάδας.

Ομως στην πράξη αυτό που έχει συμβεί είναι το ακριβώς αντίθετο. Ηταν η στοχευμένη υποβάθμιση του δημοσίου Πανεπιστημίου, μέσω πλήθους νομοθετικών παρεμβάσεων διαδοχικών κυβερνήσεων την τελευταία 20ετία -κυρίως της Ν.Δ.-, που έστρωσε το χαλί στην «πολυπόθητη» ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας, είτε διά της εμπορευματοποίησης των λειτουργιών των δημόσιων ΑΕΙ (π.χ. γενίκευση των διδάκτρων στα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, ίδρυση και λειτουργία ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων με δίδακτρα, προγράμματα διά βίου εκπαίδευσης με δίδακτρα, εμπορική εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας και των υποδομών των δημοσίων Πανεπιστημίων, βιομηχανικά διδακτορικά και εμπορική εκμετάλλευση της έρευνας και καινοτομίας που παράγεται στα δημόσια Πανεπιστήμια) είτε διά του ανοίγματος της αγοράς, ήδη από το 2009, της μεταλυκειακής εκπαίδευσης και τώρα της ανώτατης εκπαίδευσης στο επιχειρηματικό κεφάλαιο. Ολα αυτά πλέον τεκμηριώνονται με αδιάψευστα στοιχεία.

Η «Εφ.Συν.» παρουσιάζει σήμερα τα βασικά συμπεράσματα πρόσφατης έρευνας του Κέντρου Ερευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΚΕΠΥ) για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα. Επιστημονικά υπεύθυνοι της μελέτης που τεκμηριώνει πέραν πάσης αμφιβολίας το πόσο υποβαθμίστηκε η δημόσια ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα βάσει πολιτικών επιλογών είναι ο Ηλίας Κονδύλης, αναπληρωτής καθηγητής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας-Πολιτικής Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ, ο ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο ΕΜΠ, Γιάννης Μηλιός, και ο Αλέξης Μπένος, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Ιατρικής του ΑΠΘ.

Υποστελέχωση

1. Το ακαδημαϊκό έτος 2019/2020 το συνολικό εκπαιδευτικό προσωπικό στα δημόσια Πανεπιστήμια της χώρας αριθμούσε 16.566 εργαζόμενες/ους, μειωμένο κατά 32,7% σε σχέση με το 2008/09. Κατά την τελευταία 12ετία χάθηκαν 7.904 θέσεις εργασίας εκπαιδευτικού προσωπικού στα δημόσια Πανεπιστήμια της χώρας. Η περίοδος της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η μοναδική κατά την οποία καταγράφεται αύξηση του συνόλου των εκπαιδευτικών σε ΑΕΙ και ΤΕΙ, ωστόσο επρόκειτο για μη μόνιμο προσωπικό και αφορούσε κυρίως έκτακτο, συνεργαζόμενο και ειδικό προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δεν ανανεώθηκαν. «Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα με πολύ υψηλό μέσο όρο ηλικίας μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού στα ΑΕΙ και με τεράστιες ελλείψεις σε λέκτορες», μας εξηγεί ο Αλέξης Μπένος.

2. Το ακαδημαϊκό έτος 2019/20 το τακτικό Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό (καθηγητές, αναπληρωτές καθηγητές, επίκουροι καθηγητές και λέκτορες) στα δημόσια Πανεπιστήμια της χώρας αριθμούσε 9.889 εργαζόμενες/ους, μειωμένο κατά 14,6% σε σχέση με το 2008/09. Κατά την τελευταία 12ετία, από τις 7.904 θέσεις εργασίας εκπαιδευτικού προσωπικού που χάθηκαν από τα δημόσια Πανεπιστήμια οι 1.877 αφορούσαν θέσεις μελών ΔΕΠ.

3. Το 2020 στο μεγαλύτερο δημόσιο Πανεπιστήμιο της χώρας, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, εργάζονταν 1.710 μέλη ΔΕΠ, 22,8% λιγότερα σε σχέση με το 2008/09. Κατά την τελευταία 12ετία χάθηκαν 504 θέσεις μελών ΔΕΠ στο ΑΠΘ, με τον αριθμό τους να συνεχίζει να βαίνει μειούμενος ακόμη και σήμερα λόγω της μη πλήρους αναπλήρωσης των αφυπηρετησασών/σάντων καθηγητριών/τών σε ετήσια βάση.

4. Το 2020 η αναλογία εγγεγραμμένων προπτυχιακών φοιτητριών/τών ανά μέλος ΔΕΠ στο ΑΠΘ ήταν 43 φοιτητές ανά μέλος ΔΕΠ, 45,5% υψηλότερη σε σχέση με το ακαδημαϊκό έτος 2008/09. Αν συνυπολογίσει κανείς πέραν των προπτυχιακών φοιτητών και τους μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς φοιτητές που φοιτούν στο ΑΠΘ, η αναλογία φοιτητών ανά μέλος ΔΕΠ διαμορφώθηκε στους 50 φοιτητές ανά μέλος ΔΕΠ (πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, 2021). Το 2020 η αναλογία προπτυχιακών φοιτητών ανά μέλος ΔΕΠ στο σύνολο των δημοσίων Πανεπιστημίων της χώρας ανήλθε σε 47 φοιτητές ανά μέλος ΔΕΠ (ΕΘΑΑΕ, 2022), τρεισήμισι φορές υψηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (13 φοιτητές ανά μέλος ΔΕΠ).

Υποχρηματοδότηση

5. Το 2021 η συνολική δημόσια χρηματοδότηση (κρατικοί και διεθνείς πόροι) για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα ανήλθε στο 1,82 δισεκατομμύριο ευρώ, μειωμένη κατά 17,7% σε σχέση με το 2008.

6. Το πιο σοκαριστικό στοιχείο από τη μελέτη του ΚΕΠΥ είναι πως κατά τη 13ετία 2008-2021 η αθροιστική απώλεια της δημόσιας χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα (σε σύγκριση με τα επίπεδα δημόσιας χρηματοδότησης προ οικονομικής κρίσης το 2008) ανέρχεται σε 6,1 δισ. ευρώ.

Εντονη ταξικότητα

7. Το 2019, η δαπάνη των νοικοκυριών για τριτοβάθμια εκπαίδευση (τεχνολογικές και πανεπιστημιακές σπουδές) ανερχόταν σε 329 εκατομμύρια ευρώ, 6,2% υψηλότερη σε σχέση με το 2012. Οσο δηλαδή μειώνεται η κρατική χρηματοδότηση τόσο αυξάνονται οι πόροι που δαπανούν οι οικογένειες. Η έρευνα δείχνει πως η δαπάνη των νοικοκυριών για μεταλυκειακή (ΙΕΚ, κολέγια) και πανεπιστημιακή εκπαίδευση (δίδακτρα για προπτυχιακές, μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα σε Ελλάδα και εξωτερικό) σε απόλυτες τιμές αυξάνεται, όπως είναι αναμενόμενο, ανάλογα με το εισόδημα του νοικοκυριού. Ωστόσο, η αναλογική επιβάρυνση των νοικοκυριών είναι αντιστρόφως ανάλογη του εισοδήματός τους. Με απλά λόγια, τα χαμηλής εισοδηματικής τάξης νοικοκυριά θυσιάζουν πολλαπλάσιο ποσοστό του εισοδήματός τους για μεταλυκειακή και τριτοβάθμια εκπαίδευση σε σχέση με τα υψηλότερης εισοδηματικής τάξης νοικοκυριά. Αν προστεθούν σε αυτά τα έξοδα οι υπέρογκες δαπάνες φροντιστηρίων και ιδιαιτέρων για τα παιδιά Γυμνασίου και Λυκείου, η κατάσταση γίνεται δραματικότερη κάθε χρόνο για τους οικονομικά ασθενέστερους.

8. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εν όψει της εφαρμογής του νέου νόμου, παρουσιάζει και η μέχρι σήμερα καταγραφή της επιχειρηματικής δραστηριότητας των ιδιωτικών κολεγίων στην Ελλάδα. Το 2020 λειτουργούσαν στη χώρα 32 ιδιωτικά κολέγια, στα οποία φοιτούσαν 18.100 φοιτήτριες/τές. Την ίδια χρονιά ο κύκλος εργασιών των ιδιωτικών κολεγίων στη χώρα ήταν 46,7 εκατομμύρια ευρώ, με τα 8 μεγαλύτερα κολέγια να απορροφούν το 89,4% των πωλήσεων του κλάδου. Κατά την πενταετία 2015-20 τα ιδιωτικά κολέγια σημείωσαν συνολικά κέρδη προ φόρου πάνω από 16,5 εκατομμύρια ευρώ (πηγή: ΚΕΠΥ, επεξεργασία στοιχείων ICAP Group, Κλαδική μελέτη: μη τυπική μεταλυκειακή εκπαίδευση – κολέγια 2021).

«Η μελέτη επιβεβαίωσε τις αρχικές μας πεποιθήσεις. Τα προβλήματα στο ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι απόρροια μιας μακρόχρονης πολιτικής λιτότητας και συστηματικής αποδιάρθρωσης και αποδιοργάνωσης που φαίνεται κυρίως στη μεγάλη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και στην έλλειψη του απαραίτητου προσωπικού», υπογραμμίζει στην «Εφ.Συν.» ο Αλέξης Μπένος. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πορεία υποβάθμισης των υλικών όρων που εξασφαλίζουν την καλή λειτουργία και αναπαραγωγή της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης διευκόλυνε την ιδιωτικοποίησή της.

● Υπενθυμίζεται επίσης ότι, σύμφωνα με την τελευταία δημοσιευμένη έκθεση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), η Ελλάδα εμφανίζει ένα από τα χαμηλότερα πανευρωπαϊκά ποσοστά Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, στο 0,38% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι σχεδόν διπλάσιος (0,68%). Τέλος, με βάση στοιχεία της Eurostat, που δεν συμπεριλαμβάνονταν στην έκθεση της ΕΘΑΑΕ, η Ελλάδα έχει μακράν τη χαμηλότερη δημόσια χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης («Οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται τα ελληνικά Πανεπιστήμια», «Εφ.Συν.», 13/1/2023). Δαπανά, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2019, 2.360 ευρώ ανά φοιτητή, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 11.700. Ενδεικτικά, η Κύπρος δαπανά 15.450, το Βέλγιο 18.000 και η Ιρλανδία 19.000 ευρώ.

Παθητική ιδιωτικοποίηση

Του Ηλία Κονδύλη*

Η ιδιωτικοποίηση ποτέ δεν γίνεται σε ένα στάδιο, αλλά υλοποιείται τμηματικά. Aυτό που περιγράφει η έκθεση είναι το στάδιο της «παθητικής ιδιωτικοποίησης», δηλαδή της διαρκούς υποχρηματοδότησης, υποστελέχωσης, απαξίωσης του δημόσιου Πανεπιστημίου ώστε να δημιουργηθεί ικανός χώρος για τον ιδιωτικό τομέα. Τώρα πλέον βλέπουμε να συμπληρώνεται το παζλ της ιδιωτικοποίησης με το άνοιγμα στο επιχειρηματικό κεφάλαιο. Επιπλέον, το νομοσχέδιο για τα ιδιωτικά ΑΕΙ δεν πρόκειται να επιλύσει κανένα από τα προβλήματα που αναδεικνύει η συγκεκριμένη έρευνα, αντιθέτως θα τα εντείνει.

Θυμίζω πως η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων μεταπτυχιακών στη χώρα με την επιβολή διδάκτρων δεν βελτίωσε καθόλου τα δωρεάν μεταπτυχιακά προγράμματα που προσφέρουν τα δημόσια ΑΕΙ, αντιθέτως ο αριθμός τους συρρικνώθηκε ακόμα περισσότερο.

Αν κάποιος θέλει να βελτιώσει τα δημόσια Πανεπιστήμια, θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα με την αντιμετώπιση της υποστελέχωσης και της υποχρηματοδότησής τους. Δεν μπορείς να βελτιώσεις το δημόσιο Πανεπιστήμιο δημιουργώντας ανταγωνιστική πίεση με τον ιδιωτικό τομέα, είναι αδύνατο.

*Αναπληρωτή καθηγητή Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας-Πολιτικής Υγείας, Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ